μεγεθύνω


μεγεθύνω
[мэгэтино] р. увеличивать, расширять,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μεγεθύνω" в других словарях:

  • μεγεθύνω — μεγεθύνω, μεγέθυνα βλ. πίν. 48 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μεγεθύνω — μεγεθύ̱νω , μεγεθύνω increase in bulk aor subj act 1st sg μεγεθύ̱νω , μεγεθύνω increase in bulk pres subj act 1st sg μεγεθύ̱νω , μεγεθύνω increase in bulk pres ind act 1st sg μεγεθύ̱νω , μεγεθύνω increase in bulk aor ind mid 2nd sg (homeric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεγεθύνω — (Α μεγεθύνω) αυξάνω το μέγεθος, τον όγκο, την έκταση, τις διαστάσεις ενός αντικειμένου, τό μεγαλώνω αρχ. 1. μεγαλύνω, εγκωμιάζω, εξυμνώ 2. είμαι υψηλός ως προς το ύφος («ὁ Πλάτων τοιούτῳ τινὶ χεύματι ἀψοφητὶ ῥέων οὐδὲν ἧττον μεγεθύνεται»,… …   Dictionary of Greek

  • μεγεθύνω — μεγέθυνα, μεγεθύνθηκα, μεγεθυσμένος, κάνω κάτι να φαίνεται ή να είναι μεγαλύτερο, αυξάνω το μέγεθος, μεγαλώνω: Μεγεθύναμε τις φωτογραφίες από τις διακοπές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεμεγεθυσμένα — μεγεθύνω increase in bulk perf part mp neut nom/voc/acc pl μεμεγεθυσμένᾱ , μεγεθύνω increase in bulk perf part mp fem nom/voc/acc dual μεμεγεθυσμένᾱ , μεγεθύνω increase in bulk perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμεγέθυνται — μεγεθύνω increase in bulk perf ind mp 3rd sg μεγεθύνω increase in bulk perf ind mp 3rd pl (epic ionic) μεγεθύνω increase in bulk perf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμεγεθυσμένον — μεγεθύνω increase in bulk perf part mp masc acc sg μεγεθύνω increase in bulk perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεγεθυνθείσης — μεγεθύνω increase in bulk aor part pass fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεγεθυνθῆναι — μεγεθύνω increase in bulk aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεγεθυνθῇ — μεγεθύνω increase in bulk aor subj pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)